ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΔΑΦΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑ
Βεγορίτιδα και Κορώνεια
Περιβαλλοντική προστασία των λιμνών Βεγορίτιδας και Κορώνειας

Α. ΒΕΓΟΡΙΤΙΔΑ
1. Πρόγραμμα: «Διερεύνηση του βαθμού ρύπανσης της Βεγορίτιδας λίμνης».
Επιστημονικός υπέυθυνος: Φρ. Παπαδόπουλος
Διάρκεια: 1992-1993
Αποτελέσματα:
Μελετήθηκε η κατακόρυφη κατανομή της θερμοκρασίας, του διαλυμένου οξυγόνου και της χλωροφύλλης-α, στο νερό της Βεγορίτιδας λίμνης. Η κατανομή αυτή βασίζεται σε αντίστοιχες μετρήσεις, που έγιναν κατά τη διάρκεια εννέα αποστολών, από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο του 1993, σε ένα αντιπροσωπευτικό σημείο της λίμνης και από 15 διαφορετικά βάθη. Διαπιστώθηκε ότι:
Η Βεγορίτιδα παρουσιάζει από τις αρχές του θέρους μέχρι τα τέλη του φθινοπώρου, θερμική στρωμάτωση, δηλαδή εμφανίζεται σε κάποιο βάθος από την επιφάνεια έντονη θερμοκρασιακή διαφορά (θερμοκλινές). Η παρουσία του θερμοκλινούς εμποδίζει τη διάχυση των διαλυμένων στο νερό ουσιών από την επιφάνεια προς τον πυθμένα. Έτσι η συγκέντρωση του διαλυμένου οξυγόνου στα μεγαλύτερα βάθη (υπολίμνιο) είναι σημαντικά μικρότερη από αυτή στις επιφανειακές στρώσεις (επιλίμνιο). Οι μετρήσεις έδειξαν ότι τους μήνες από Ιούλιο έως Νοέμβριο 1993, οι συγκεντρώσεις διαλυμένου οξυγόνου σε βάθη μεγαλύτερα από 11-15 μέτρα και μέχρι τον πυθμένα (38 μέτρα) ήταν μικρότερες από το ελάχιστο όριο των 4 mg/L , που απαιτείται για την κανονική αναπνοή των ψαριών. Οι συγκεντρώσεις αυτές είναι σημαντικά μικρότερες από αντίστοιχες συγκεντρώσεις οξυγόνου, που μετρήθηκαν το 1981. Το γεγονός αυτό δείχνει την περαιτέρω ποιοτική υποβάθμιση του νερού της λίμνης,, που σημειώθηκε την τελευταία δεκαετία (1981-1993), με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες ασφυξίας στο υπολίμνιο (σε βάθος μεγαλύτερο από 12 μέτρα), τη θερμή περίοδο του έτους, με δυσμενείς συνέπειες στον πληθυσμό των ψαριών της λίμνης.

2. Πρόγραμμα σταθεροποίησης στάθμης Βεγορίτιδας λίμνης
Επιστημονικός υπέυθυνος: Φρ. Παπαδόπουλος
Διάρκεια: 1998-1999
Αποτελέσματα
Η Βεγορίτιδα λίμνη, σύμφωνα με στοιχεία των ετών 1896 – 1956, παρουσίαζε μία αυξομείωση της στάθμης της λόγω φυσικών αιτίων (καταβόθρες) χωρίς την περίοδο αυτή να υπάρχουν τεχνικές επεμβάσεις. Από το 1956 όμως και μετά, άρχισε να αντλείται νερό από τη λίμνη, για τη λειτουργία αρχικά του υδροηλεκτρικού εργοστασίου της ΔΕΗ στον Άγρα και στη συνέχεια των ατμοηλεκτρικών μονάδων της στην περιοχή Κοζάνης, οπότε η στάθμη της λίμνης άρχισε να μειώνεται συνεχώς, με συνέπεια η στάθμη της το 1998 να έχει πέσει κατά 33 μέτρα περίπου.
Η πτώση αυτή στάθμης από το 1977 έως το 1977 αντιστοιχούσε σε πτώση με ρυθμό 0,80 m ανά έτος. Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι φορείς της Πολιτείας να αναζητούν εσπευσμένα μέτρα ανάσχεσης της έντονης αυτής πτώσης της στάθμης.
Η άποψη, που είχε αρχίσει να επικρατεί, μετά από πλήθος μελετών διαφόρων φορέων ήταν η εκτροπή του ποταμού Τριπόταμου της Φλώρινας, με την κατασκευή ενός δαπανηρού έργου κατασκευής αγωγού μεταφοράς νερού προς τη Βεγορίτιδα, συνολικού μήκους 20 χιλιομέτρων και σήραγγας στα υψώματα Κλειδίου και Βεύης, με αμφίβολα αποτελέσματα, όσο αφορούσε την επίλυση του προβλήματος.
Η άποψη του ερευνητή της υπηρεσίας μας, που ασχολήθηκε με το υπόψη πρόβλημα, παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως τεχνικός εμπειρογνώμονας της εταιρείας PLANET B.E., στην οποία είχε ανατεθεί από τη Ν.Α Φλώρινας, το 1998 σχετική μελέτη, ήταν αντίθετη με την επικρατούσα αυτή άποψη εκτροπής του Τριπόταμου.
Συγκεκριμένα ο ερενητής του ΕΘΙΑΓΕ, μετά από σχετική διερεύνηση των υδρολογικών δεδομένων της περιοχής, υποστήριξε ότι η δραματική αυτή πτώση της στάθμης θα σταματούσε τα επόμενα έτη (δηλ. από το 2000 περίπου και μετά), αφού η ΔΕΗ θα σταματούσε πλέον να αντλεί νερό από τον υπόγειο υδροφορέα της υδρολογικής λεκάνης της Βεγορίτιδας. Για το λόγο αυτό η ΔΕΗ κατασκεύαζε αντλιοστάσιο στην τεχνητή λίμνη Πολυφύτου του ποταμού Αλιάκμονα, που θα μετέφερε τις απαραίτητες ποσότητες νερού, για τη λετουργία των ατμοηλεκτρικών της μονάδων. Παράλληλα εισηγήθηκε την αντικατάσταση των υδροβόρων «καρουλιών» με συστήματα στάγδην άρδευσης, προκειμένου να μειωθούν οι αντλούμενες με γεωτρήσεις σημαντικές ποσότητες αρδευτικού νερού από τους αγρότες.
Πράγματι από το έτος 2000 περίπου, που άρχισε η λειτουργία του αντλιοστασίου της ΔΕΗ στη λίμνη Πολυφύτου, η πτώση της στάθμης σταμάτησε σταδιακά. Η οριστική όμως επίλυση του προβλήματος θα επιτευχθεί εφόσον υλοποιηθεί σε σημαντικό βαθμό, η προαναφερόμενη αντικατάσταση των καρουλιών με συστήματα στάγδην άρδευσης.
Με βάση τα παραπάνω, αποφεύχθηκε τελικά η κατασκευή του αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας δαπανηρού έργου εκτροπής του ποταμού Τριπόταμου.

Β. ΚΟΡΩΝΕΙΑ
1. Πρόγραμμα με τίτλο: «Δυνατότητα Αλλαγής Διαχείρισης του Συστήματος Έδαφος – Φυτό – Νερό της Υπολεκάνης Απορροής της Λίμνης Κορώνειας με Στόχο την Προστασία του Υδατικού της Δυναμικού»
Επιστημονικός υπέυθυνος: Φρ. Παπαδόπουλος, Δρ. Αρ. Παπαδόπουλος
Διάρκεια: 2004-2005
Αποτελέσματα:
Στα πλαίσια της παραπάνω μελέτης, τροποποιήθηκε το αρχικό Master Plan, που μεταξύ των άλλων προέβλεπε το πολυδάπανο και αμφιλεγόμενο έργο μεταφοράς νερού από τον ποταμό Αλιάκμονα στη λίμνη Κορώνεια. Με την πρόταση του ΕΘΙΑΓΕ για ορθολογική διαχείριση του αρδευτικού νερού της περιοχής και αντικατάσταση της υδροβόρου μεθόδου άρδευσης με “καρούλια” από αυτή των “σταγόνων”, καθώς και μία σειρά άλλων μέτρων, αποδείχθηκε ότι υπήρχε η δυνατότητα να αποφευχθεί το έργο μεταφοράς νερού από τον ποταμό Αλιάκμονα στην Κορώνεια. Οι προτάσεις αυτές έγιναν δεκτές τόσο από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα:
Η άρδευση έχει την μεγαλύτερη συμβολή στην ποσοτική υποβάθμιση της λίμνης Κορώνειας. Η πτώση της στάθμης του νερού στην Κορώνεια άρχισε να γίνεται εντονότερη από το 1985 και μετά, λόγω της σταδιακής εισαγωγής στην περιοχή, του υδροβόρου συστήματος άρδευσης του κανονιού (καρούλι).
Όπως προκύπτει από μελέτες του ΙΓΜΕ οι γεωτρήσεις της περιοχής προκαλούν συνεχή ταπείνωση της πιεζομετρικής στάθμης του υπόγειου υδροφορέα, με αποτέλεσμα οι επιφανειακές απορροές από τα υδρορέματα (Μπογδάνας, Κολχικό, Ανάληψη κ.λ.π.) να διηθούνται στα χαλαρά ιζήματα της πεδινής περιοχής, τείνοντας να αναπληρώσουν τα κενά των υπόγειων ιζηματογενών υδροφορέων και έτσι ελάχιστες μόνο ποσότητες νερού να φθάνουν μέχρι τη λίμνη.
Η άρδευση με καρούλι, λόγω απωλειών νερού της τάξης του 40%, απαιτεί πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού σε σχέση με την άρδευση με σταγόνες. Επομένως τα μέτρα για την ποσοτική αποκατάσταση της λίμνης πρέπει να εστιαστούν στην αντικατάσταση του καρουλιού από στάγδην άρδευση.
Σε σχετική μελέτη του ΕΘΙΑΓΕ/ Ινστιτούτο Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης, που έγινε το 2004, για λογαριασμό της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης και συνόδευε ως Παράρτημα το αναθεωρημένο Μaster Plan, εξετάστηκαν διάφορα σενάρια διαχείρισης των αρδευομένων καλλιεργειών της περιοχής. Το σενάριο, που τελικά προτάθηκε σαν το πλέον ρεαλιστικά εφαρμόσιμο, με βάση τις τότε συνθήκες φαίνεται στους Πίνακες 1 και 2. Στον Πίνακα 1 φαίνεται η υφιστάμενη τότε (για το 2003) κατάσταση και στον Πίνακα 2 η αναμενόμενη κατάσταση, μετά την αντικατάσταση των καρουλιών με στάγδην και την εφαρμογή του τότε ισχύοντος Γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου, που προέβλεπε εφαρμογή αμειψισποράς με ξηρικές καλλιέργειες σε ποσοστό 30%.
Το μέτρο της αντικατάστασης των καρουλιών με στάγδην άρδευση, σε συνδυασμό με πλήρη εφαρμογή του Γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου, όπως φαίνεται από τους Πίνακες 1 και 2, μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης του αρδευτικού νερού της τάξης των 20 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων ετησίως (51.000.000 – 31.000.000 m3 , περίπου), με φυσικό επακόλουθο την σταδιακή άνοδο της στάθμης της Κορώνειας.





Επισημάνθηκε επίσης η ανάγκη σταθεροποίησης των αρδευόμενων εκτάσεων στα επίπεδα του προαναφερόμενου Πίνακα 2 των 45.000 στρ. Χωρίς το μέτρο αυτό, όλα τα άλλα μέτρα δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα, αφού η όποια εξοικονόμηση νερού θα αίρεται από την αύξηση των αρδευόμενων εκτάσεων. Το νέο σύστημα ηλεκτρονικού εντοπισμού των αγροτεμαχίων του ΟΣΔΕ, μπορεί να βοηθήσει στην κατεύθυνση αυτή. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με στοιχεία της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, οι αρδευόμενες εκτάσεις γύρω από την Κορώνεια αυξήθηκαν το 2006 σε σχέση με το 2003 κατά 6.000 στρέμματα, κυρίως σε μηδική (που είναι και η πλέον υδροβόρος).




Αρχική
Ινστιτούτο
Έρευνα
Πεπραγμένα
Βιβλία-Δημοσιεύσεις
Χημείο
Οδηγίες δειγματοληψίας εδάφους-φύλλων
Πορεία δείγματος
Προκηρύξεις
Νέα-Ειδήσεις
Σύνδεσμοι
Επικοινωνήστε μαζί μας