ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΔΑΦΟΛΟΓΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑ
Συμβουλευτική λίπανση
Διενέργεια αναλύσεων δειγμάτων εδαφών, φύλλων ή νερού άρδευσης σε καλλιέργειες Αγροτικών Συνεταιρισμών, Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών, Εταιρειών κ.α., χαρακτηρισμός των αποτελεσμάτων ανάλυσης και συμβουλευτική λίπανση των καλλιεργειών με σκοπό την παραγωγή γεωργικών προϊόντων υψηλής ποιότητας με το σύστημα της ολοκληρωμένης διαχείρισης ή της ορθής γεωργικής πρακτικής.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
1. Πρόγραμμα:
Ε & Τ Συνεργασίας μεταξύ την Δημοκρατιών Ελλάδας και Αλβανίας (2002-2005): «Ορθολογική εφαρμογή λιπασμάτων σε ελαιώνες στην βόρεια Ελλάδα και νότια Αλβανία».
Επιστημονικός υπεύθυνος: Δρ. Δημ. Αλμαλιώτης (ΙΕΘ)
Ερευνητική ομάδα για την Ελλάδα: Δρ. Ν. Καραγιαννίδης, Σ. Μπλαδενοπούλου, Δρ. Α. Παπαδόπουλος
Συνεργαζόμενοι φορείς: ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. /Ινστιτούτο Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Εδαφολογίας Τιράνων (Αλβανία)
Έναρξη – Λήξη: 2003-2005
Σκοπός : Η βελτίωση της θρεπτικής κατάστασης των ελαιώνων και της ποιότητας του ελαιοκάρπου με παράλληλη σταθεροποίηση των αποδόσεων.
Μεθοδολογία-Αποτελέσματα: Το πρόγραμμα τέθηκε σε ισχύ στις 24/9/2003. Για την εξυπηρέτηση του προγράμματος πραγματοποιήθηκαν ανταλλαγές επιστημόνων μεταξύ των δύο πλευρών.
Αποτελέσματα: Σε συνεργασία με του τοπικούς Συνεταιρισμούς Ορμύλιας και Μεταμόρφωσης Ν. Χαλκιδικής, ελήφθησαν δείγματα εδαφών και φύλλων από 25 ελαιώνες κατά τα έτη 2003 και 2004. Μετά την εφαρμογή ορθολογικής λίπανσης στους πειραματικούς ελαιώνες βρέθηκε ότι μετά την συγκομιδή των καρπών κατά το 2004 το εύρος απόδοσης των ελαιώνων κυμαινόταν από 300 έως 1700 kg/στρέμμα, με όρο 819 kg/στρέμμα και τυπική απόκλιση 377 kg.
Η απόδοση των ελαιώνων είχε υψηλή συσχέτιση με την περιεκτικότητα του εδάφους σε ορισμένα θρεπτικά στοιχεία. Ειδικότερα, εφαρμογή προγράμματος επιλογής παραμέτρων αποκάλυψε ότι τα στοιχεία Ca και Mn ήταν τα πιο κύρια στοιχεία για την πρόβλεψη της απόδοσης.
Επίσης η απόδοση των ελαιώνων είχε υψηλή συσχέτιση με την περιεκτικότητα των φύλλων σε θρεπτικά στοιχεία. Εφαρμογή προγράμματος επιλογής παραμέτρων αποκάλυψε ότι ο ψευδάργυρος (Zn) ήταν το κύριο στοιχείο για την πρόβλεψη της απόδοσης.Η ελάχιστη συγκέντρωση Ζn στα φύλλα προσδιορίστηκε να είναι 12,37 ppm για να μην συμβεί μείωση της απόδοσης των ελαιώνων περισσότερο από μία τυπική απόκλιση.
Εκτός τούτων, καθορίσθηκαν τα επίπεδα επάρκειας των υπολοίπων θρεπτικών στοιχείων στα φύλλα τα οποία είναι αυτά που αντιστοιχούν στην ελάχιστη και μέγιστη τιμή, δεδομένου ότι η επίδρασή τους (εκτός του Zn) δεν άλλαξε την απόδοση περισσότερο από μια τυπική απόκλιση.
Εξάλλου, οι πράσινες ελιές που είναι περιζήτητες στην εσωτερική και εξωτερική αγορά χαρακτηρίζονται από μεγάλο ομοιόμορφο μέγεθος, επίμηκες σχήμα και είναι κατάλληλες για κονσερβοποίηση. Σχετικές μετρήσεις του ελαιοκάρπου κατά το 2005 (έναρξη συγκομιδής της πράσινης ελιάς) έδειξαν τα εξής χαρακτηριστικά: Μέσο βάρος καρπού 9,43 g, αντίσταση της σάρκας στην πίεση 11,04 kg (έμβολο διαμέτρου 3 mm) και περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά (οΒrix) 13,55.
Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι οι εδαφικοί και κλιματικοί παράγοντες είναι ευνοϊκοί για την καλλιέργεια της ελιάς, εκτός από την αλατότητα του εδάφους σε ορισμένες περιπτώσεις που οφείλεται στην γειτνίαση εστιών με άλατα (απόβλητα και διείσδυση θαλασσινού νερού).

2. Πρόγραμμα: Α.Σ. Βελβεντού Κοζάνης “Η ΔΗΜΗΤΡΑ”: «Διερεύνηση της γονιμότητας των εδαφών και της θρεπτικής κατάστασης των οπωρώνων μηλιάς και ροδακινιάς καθώς και η ορθολογική χρήση λιπασμάτων για την βελτίωση της απόδοσης και την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας»
Επιστημονικός υπεύθυνος: Δρ. Δημ. Αλμαλιώτης
Ερευνητική ομάδα: Δρ. Δημ. Αλμαλιώτης, Δρ. Αρ. Παπαδόπουλος, Σ. Μπλαδενοπούλου.
Έναρξη – Λήξη: 2003-2010
Σκοπός: Η παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων με το σύστημα της ολοκληρωμένης διαχείρισης.
Αποτελέσματα:
Βάσει των διαπιστώσεων από αναλύσεις δειγμάτων εδαφών και καρπών από τους οπωρώνες της περιοχής, δίνονται οι κατάλληλες οδηγίες με τη συνιστώμενη λίπανση για την ορθολογική εφαρμογή στους οπωρώνες του Α.Σ. «ΔΗΜΗΤΡΑ» Βελβεντού Κοζάνης. Στους οπωρώνες αυτούς εφαρμόσθηκε το πρόγραμμα της ολοκληρωμένης διαχείρισης με έλεγχο εισροών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων.
Μετά από επανειλημμένους ελέγχους που έγιναν από τον αρμόδιο κρατικό φορέα πιστοποίησης (AGROCERT) τα παραγόμενα προϊόντα χαρακτηρίστηκαν ως πιστοποιημένα προϊόντα ολοκληρωμένης διαχείρισης με τα πλεονεκτήματα που αυτό συνεπάγεται για την προώθηση των φρούτων.

3. Πρόγραμμα: “Αξιολόγηση της Ελληνικής ποικιλίας ακτινιδιάς «Τσεχελίδης»”.
Επιστημονικός υπεύθυνος του έργου: Δρ. Θ. Σωτηρόπουλος (Ι.Φ.Δ.)
Ερευνητική ομάδα: Δρ. Δ. Αλμαλιώτης (Ι.Ε.Θ.), Καθ. Ι. Θεριός (Α.Π.Θ.), Καθ. Μ. Κουκουρίκου-Πετρίδου (Α.Π.Θ.), Αντ. Πετρίδης (Α.Π.Θ.)
Σκοπός: Ο προσδιορισμός των ποιοτικών χαρακτηριστικών των καρπών της ποικιλίας ακτινιδιάς “Τσεχελίδης” και η αξιολόγησή της κατόπιν σύγκρισης με την ήδη καλλιεργούμενη ποικιλία “Hayward”.
Έναρξη-Λήξη: 15-1-2007 έως 15-1-2009
Αποτελέσματα: H ποικιλία ακτινιδιάς “Τσεχελίδης” προήλθε από μεγάλο σποροφυτικό πληθυσμό της ποικιλίας “Hayward”. Η συστηματική μελέτη της ποικιλίας “Τσεχελίδης” σε σύγκριση με την ποικιλία “Hayward” έγινε σε πειραματικό οπωρώνα από όπου προέκυψαν τα παρακάτω στοιχεία:
Ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία παραγωγής
Η ποικιλία “Τσεχελίδης” είχε μεγαλύτερο αριθμό εμπορεύσιμων καρπών ανά πρέμνο, μικρότερο αριθμό μη εμπορεύσιμων καρπών, και μεγαλύτερο συνολικό αριθμό καρπών ανά πρέμνο σε σχέση με την ποικιλία “Hayward”. Επίσης, η παραγωγικότητα της ποικιλίας ‘Τσεχελίδης” ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της “Hayward”.
Το μέσο βάρος των εμπορεύσιμων καρπών της ποικιλίας “Τσεχελίδης” ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της “Hayward”. Η συνεκτικότητα των καρπών (αντίσταση της σάρκας στην πίεση) κατά την περίοδο της συγκομιδής της ποικιλίας “Hayward” ήταν μεγαλύτερη ενώ η οξύτητα των καρπών μικρότερη από την αντίστοιχη της ποικιλίας “Τσεχελίδης”. Δεν βρέθηκε σημαντική διαφορά ως προς την περιεκτικότητα διαλυτών στερεών μεταξύ των δύο ποικιλιών. Η συνολικά υψηλότερη απόδοση της ποικιλίας “Τσεχελίδης” οφείλεται αποκλειστικά στο μεγαλύτερο βάρος των καρπών και επιπλέον στην απουσία μη εμπορεύσιμων καρπών.
Η ποικιλία “Τσεχελίδης” είχε μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε βιταμίνη C, φαινόλες καθώς και μεγαλύτερη αντιοξειδωτική ικανότητα σε σχέση με την “Hayward” .

Μέγεθος και διαστάσεις σπερμάτων των καρπών των δύο ποικιλιών
Ο αριθμός σπερμάτων των καρπών της ποικιλίας “Hayward” βρέθηκε μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο της ποικιλίας “Τσεχελίδης”. Όμως, τα σπέρματα της ποικιλίας “Τσεχελίδης” ήταν μεγαλύτερα σε μέγεθος όπως προκύπτει από τη μέτρηση του εμβαδού τους. Δεν βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ του αριθμού σπερμάτων και του μεγέθους των καρπών. Δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο ποικιλιών όσον αφορά τις διαστάσεις και το εμβαδό των γυρεοκόκκων των ανθέων .
Οι συγκεντρώσεις αζώτου και φωσφόρου στα φύλλα της ποικιλίας «Τσεχελίδης» βρέθηκαν χαμηλότερες σε σύγκριση με την ποικιλία “Hayward”. Οι συγκεντρώσεις καλίου, μαγνησίου, μαγγανίου, ψευδαργύρου και σιδήρου στα φύλλα της ποικιλίας “Hayward” βρέθηκαν χαμηλότερες σε σύγκριση με την ποικιλία «Τσεχελίδης». Για τα πόλοιπα θρεπτικά στοιχεία δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά.


Εικ. 1. Αντιπροσωπευτικοί καρποί των ποικιλιών «Τσεχελίδης» και «Hayward».

Συντηρησιμότητα των καρπών
Αμέσως μετά τη συγκομιδή, οι καρποί αποθηκεύτηκαν σε ψυκτικούς θαλάμους και κατά διαστήματα λαμβάνονταν δείγματα στα οποία έγιναν οι εξής μετρήσεις: αντίσταση της σάρκας στην πίεση, περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά και οξύτητα των καρπών.
Κατά τη συγκομιδή των καρπών, και κυρίως κατά τη δεύτερη δειγματοληψία (Νοέμβριος), η συνεκτικότητα των καρπών της ποικιλίας “Hayward” ήταν μεγαλύτερη από την ποικιλία ‘Τσεχελίδης”. Από τον Ιανουάριο όμως μέχρι και τον Απρίλιο η διαφορά στη συνεκτικότητα μεταξύ των δύο ποικιλιών μειώθηκε. Η συντήρηση των καρπών των δύο ποικιλιών ήταν ικανοποιητική μέχρι και τα τέλη Απριλίου.
Η περιεκτικότητα των καρπών σε διαλυτά στερεά αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της συντήρησης. Κατά τη συγκομιδή των καρπών, δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο ποικιλιών. Από τη δεύτερη δειγματοληψία και έπειτα (Νοέμβριος-Απρίλιος), η ποικιλία “Hayward” παρουσίασε τάση μεγαλύτερης αύξησης στην περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά.
Η οξύτητα των καρπών μειώθηκε κατά τη διάρκεια της συντήρησης. Κατά τη συγκομιδή των καρπών και μέχρι τον Νοέμβριο η οξύτητα των καρπών της ποικιλίας ‘Τσεχελίδης” ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της “Hayward”. Στο επόμενο διάστημα η οξύτητα των καρπών των δύο ποικιλιών δεν διέφερε σημαντικά.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και τις σχετικές παρατηρήσεις που ελήφθησαν από τον πειραματικό οπωρώνα ακτινιδιάς κατά τη διάρκεια των ετών 2007-2008, φαίνεται ότι η νέα ποικιλία “Τσεχελίδης” διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της κύριας καλλιεργούμενης ποικιλίας “Hayward” και αξιολογείται ως μια υποσχόμενη νέα ποικιλία ακτινιδιάς.

4. Πρόγραμμα: «Επίδραση διαφυλλικών σκευασμάτων θρεπτικών στοιχείων στην ποιότητα των καρπών της Ελληνικής ποικιλίας ακτινιδιάς ‘Τσεχελίδης’».
Επιστημονικός υπεύθυνος του έργου: Δρ. Θ. Σωτηρόπουλος (Ι.Φ.Δ.)
Ερευνητική ομάδα: Δρ. Δ. Αλμαλιώτης (Ι.Ε.Θ.), Καθ. Ι. Θεριός (Α.Π.Θ.), Καθ. Μ. Κουκουρίκου-Πετρίδου (Α.Π.Θ.), Ν. Κουτίνας (ΤΕΙ Θεσ/κης), Ι. Παπαδάκης (ΤΕΙ Κρήτης), Αντ. Πετρίδης (υπ. διδ. Α.Π.Θ.), Ε. Δεληγεώργης (μετ. φοιτ. ΑΠΘ)
Έναρξη-Λήξη: 1-6-2009 έως 1-6-2011.
Σκοπός: Να μελετηθεί η επίδραση διαφόρων διαφυλλικών σκευασμάτων καλίου, ασβεστίου, φωσφόρου και βορίου στην ποιότητα των καρπών της Ελληνικής ποικιλίας ακτινιδιάς ‘Τσεχελίδης’
Αποτελέσματα: Επεμβάσεις έγιναν σε ακτινιδεώνα με τη μορφή ψεκασμών με τα ακόλουθα διαφυλλικά σκευάσματα:CaCl2, Power-Ca, Agriphos, Profical, Chelan-CaP, Silene-K,ΚΝΟ3, Νιτρικό ασβέστιο, CalMgΜάρτυρας (αψέκαστα). Έγιναν τρεις ψεκασμοί των δένδρων με 3 λίτρα των σκευασμάτων ανά τόνο ψεκαστικού υγρού στο μικρό καρπίδιο. Σε όλες τις μεταχειρίσεις προστέθηκε και βόριο (Power 7-B).
Κατά την περίοδο συγκομιδής των καρπών, μεγαλύτερη αντίσταση της σάρκας στην πίεση μετρήθηκε στη μεταχείριση όπου έγινε ψεκασμός με φωσφονική ένωση καθώς και με το σκεύασμα CalMg. Υψηλότερη περιεκτικότητα σε στερεά διαλυτά μετρήθηκε στη μεταχείριση όπου έγινε ψεκασμός με τα σκευάσματα, Profical, και Silene-K. Υψηλότερη ολική οξύτητα μετρήθηκε στη μεταχείριση όπου έγινε ψεκασμός με τα σκευάσματα, Power Ca, και με τη φωσφονική ένωση.
Όσον αφορά τις συγκεντρώσεις των θρεπτικών στοιχείων, υψηλότερες συγκεντρώσεις Ca στα φύλλα μετρήθηκαν στις εξής μεταχειρίσεις: CalMg, και Power Ca. Υψηλότερες συγκεντρώσεις Κ στα φύλλα μετρήθηκαν στις εξής μεταχειρίσεις: Profical, και Chelan CaP. Υψηλότερες συγκεντρώσεις N στα φύλλα μετρήθηκαν στις εξής μεταχειρίσεις: νιτρικό ασβέστιο, Power Ca και Chelan CaP Οι συγκεντρώσεις των υπολοίπων θρεπτικών στοιχείων δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά λόγω των ψεκασμών. Επιπλέον, δείγματα καρπών τοποθετήθηκαν σε ψυκτικούς θαλάμους και κατά την τρέχουσα περίοδο (2010) πραγματοποιούνται σχετικές μετρήσεις.

5. Πρόγραμμα: “Αξιολόγηση της ποικιλίας μηλιάς «Fuji kiku 8»”.
Επιστημονικός υπεύθυνος του έργου: Δρ. Θ. Σωτηρόπουλος (Ι.Φ.Δ.)
Ερευνητική ομάδα: Καθ. Ι. Θεριός (Α.Π.Θ.), Δρ. Δ. Αλμαλιώτης (Ι.Ε.Θ.), Δρ. Θ. Θωμίδης (Α.Τ.Ε.Ι.)
Έναρξη-Λήξη: 1-3-2007 έως 1-3-2009
Σκοπός:Προσδιορισμός των ποιοτικών χαρακτηριστικών, των απαιτήσεών σε θρεπτικά στοιχεία και της μετασσυλεκτικής συμπεριφοράς της ποικιλίας μηλιάς ‘Fuji kiku 8’.
Αποτελέσματα: Κατά το έτος 2008 σε οπωρώνες της ορεινής περιοχής του νομού Πέλλας πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις και προσδιορισμοί στις ποικιλίες Fuji Kiku, Red Kan (κλώνος Red Delicious) και Red Jonaprince (κλώνος Jonagold) που αφορούσαν ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία παραγωγής.
Οι καρποί της ποικιλίας Fuji Kiku ωριμάζουν το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Η ποικιλία Fuji Kiku παρουσιάζει πολύ μεγάλη καρπόδεση και ελάχιστα ποσοστά καρπόπτωσης στις διάφορες φάσεις. Το σχήμα των καρπών της είναι σχεδόν σφαιρικό, πεπλατυσμένο, με ευρεία κοιλότητα κάλυκα. Ο λόγος ύψος/διάμετρος σε δείγματα του κλώνου Fuji Kiku κατά το έτος 2008 ήταν 0,82, ενώ των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince ήταν 0,93 και 0,90 αντίστοιχα. Έχει περισσότερα σπέρματα ανά καρπό (7) σε σχέση με τις ποικιλίες Red Kan (4) και Red Jonaprince (4).
Κατά τη συγκομιδή, η αντίσταση της σάρκας των καρπών στην πίεση της ποικιλίας Fuji Kiku βρέθηκε 7,0 kg/cm2, ενώ των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince 6,78 και 6,70. Η σάρκα του καρπού της ποικιλίας Fuji Kiku είναι πολύ εύχυμη, πολύ γλυκιά με περιεκτικότητα σε ολικά διαλυτά στερεά 17,0ο Brix έναντι 12,8 και 15,3 των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince, με περιεκτικότητα σε ολικά σάκχαρα 136,7 γραμ. ανά λίτρο χυμού, έναντι 94.5 και 112 των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince, με περιεκτικότητα σε μηλικό οξύ 3,72 γραμ. ανά λίτρο χυμού έναντι 3,32 και 5,21 των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince. Η ποιότητα της ποικιλίας Fuji Kiku, όπως αυτή εκφράζεται από το δείκτη Thiault κατά τη συγκομιδή των καρπών, είναι σημαντικά υψηλότερη από την ποικιλία Red Kan. Ο δείκτης Thiault (άθροισμα σακχάρων συν δεκαπλάσιο του μηλικού οξέος) κατά τη συγκομιδή της ποικιλίας Fuji Kiku βρέθηκε 173.9 έναντι 127.7 και 164.1 των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince. Η περιεκτικότητα της ποικιλίας Fuji Kiku σε βιταμίνη C βρέθηκε 7,5 mg/100 g νωπού βάρους, ενώ των ποικιλιών Red Kan και Red Jonaprince 6.7 και 5,5 αντίστοιχα.
Οι συγκεντρώσεις αζώτου, φωσφόρου, σιδήρου, βορίου και μαγγανίου στα φύλλα της ποικιλίας Fuji Kiku βρέθηκαν σημαντικά υψηλότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες της ποικιλίας Red Jonaprince, η συγκέντρωση ασβεστίου χαμηλότερη, ενώ για τα υπόλοιπα θρεπτικά στοιχεία δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές. Οι συγκεντρώσεις ασβεστίου και ψευδαργύρου στα φύλλα της ποικιλίας Fuji Kiku βρέθηκαν σημαντικά υψηλότερες σε σύγκριση με την ποικιλία Red Kan, οι συγκεντρώσεις αζώτου, καλίου, μαγγανίου, σιδήρου και βορίου χαμηλότερες, ενώ για τα υπόλοιπα θρεπτικά στοιχεία δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές.
H συγκέντρωση αζώτου των καρπών της ποικιλίας Fuji Kiku βρέθηκε σημαντικά υψηλότερη, ενώ η συγκέντρωση σιδήρου χαμηλότερη σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των άλλων ποικιλιών. Οι συγκεντρώσεις φωσφόρου και βορίου των καρπών της ποικιλίας Jonaprince βρέθηκαν υψηλότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των άλλων ποικιλιών. Οι συγκεντρώσεις Ca, Mn και Zn δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ποικιλιών. Οι σχέσεις K/Ca και K+Mg/Ca στους καρπούς της ποικιλίας Fuji Kiku βρέθηκαν χαμηλότερες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των άλλων ποικιλιών. Οι μετρήσεις αυτές σε συνδυασμό με τον υψηλότερο δείκτη Thiault της ποικιλίας Fuji Kiku είναι ένας δείκτης καλύτερης συντηρησιμότητας των καρπών της ποικιλίας.

6. Πρόγραμμα: “Αξιολόγηση ποικιλιών χειμερινών σιτηρών στο Ν. Έβρου”.
Επιστημονικός υπεύθυνος του έργου: Δρ. Κ. Μπλαδενόπουλος (Ινστ. Σιτηρών)
Ερευνητική ομάδα: Δρ. Σ. Κοτζαμανίδης, Δρ. Δ. Κατσαντώνης, Μ. Παπαγεωργίου, Δρ. Δ. Αλμαλιώτης
Έναρξη – Λήξη: 1-10-2007 έως 1-10-2009.
Σκοπός: Αξιολόγηση 24 ελληνικών και ξένων ποικιλιών χειμερινών σιτηρών, ήτοι: Μαλακό σιτάρι 9, σκληρό σιτάρι 7, κριθάρι 6 και Τριτικάλε 2, ως προς αγρονομικά και ποιοτικά γνωρίσματα και αντοχή σε βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες.
Μεθοδολογία:
Το πρόγραμμα εφαρμόσθηκε κατά την διάρκεια δύο καλλιεργητικών περιόδων (2007-2008 και 2008-2009) και αξιολογήθηκαν 19 ελληνικές με 5 ξένες ποικιλίες (μάρτυρες) χειμερινών σιτηρών, ήτοι: Αχέρων, Αχελώος, Ελισάβετ, Γκόγκας 2, Νέστος, Μελία, Ορφέας, Ωρωπός με μάρτυρα την Centauro (Μαλακό σιτάρι), Σέλας, Σίφνος, Μεξικάλι, Άννα, Παπαδάκης, με μάρτυρες τις Simeto και Cosmodur (Σκληρό σιτάρι), Κως, Δήμητρα, Κωνσταντίνος, Ανδρομέδα, με μάρτυρες τις Mucho, και Sebastian (Κριθάρι) και Βροντή, Βρυτώ (Τριτικάλε). Εγκαταστάθηκαν αποδεικτικοί αγροί και των τεσσάρων ειδών σιτηρών σε δύο τοποθεσίες του Ν. Έβρου, μία βόρεια, στην περιοχή της Ορεστιάδας και μία νότια, στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Επιπλέον το κριθάρι και το τριτικάλε εγκαταστάθηκαν σε τρίτη περιοχή στη Σαμοθράκη. Έγιναν εδαφολογικές αναλύσεις σε 21 δείγματα από το Ινστιτούτο Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης και δόθηκε στους παραγωγούς συμβουλευτική συνιστώμενη λίπανση. Κάθε πειραματικό τεμάχιο (ποικιλία) κατέλαβε έκταση ενός στρέμματος περίπου. Η αξιολόγηση των ποικιλιών έγινε (την πρώτη καλλιεργητική περίοδο 2007-2008) ως προς την προσαρμοστικότητα, απόδοση σε καρπό, ποιοτικά χαρακτηριστικά, αντοχή σε ασθένειες και εμφάνιση ζιζανίων. Επίσης έγιναν ποιοτικές αναλύσεις στο σκληρό και μαλακό σιτάρι
Αποτελέσματα:
Α. ΑΠΟΔΟΣΗ
Μαλακό σιτάρι:Οι ποικιλίες “Ελισάβετ” και “Ωρωπός” έδειξαν μία σταθερή υπεροχή διατοπική αλλά και διαχρονική. Οι ποικιλίες “Αχελώος”, “Γκόγκας 2”, “Ορφέας” και “Centauro” έδωσαν ικανοποιητικές αποδόσεις ενώ έδειξε να μειονεκτεί ο “Αχέρων”
Σκληρό σιτάρι:Οι ποικιλίες “Simeto” και “Σίφνος” έδειξαν υπεροχή, η “Simeto” κατά το 2008 και η “Σίφνος” κατά το 2009. Οι ποικιλίες “Παπαδάκης”, “Άννα”, “Σέλας” και “Μεξικάλι” έδωσαν ικανοποιητικές αποδόσεις, ενώ η “Cosmodur” υστέρησε εμφανώς.
Κριθάρι:Οι ποικιλίες “Κωνσταντίνος”. “Κως,” “Ανδρομέδα”, “Δήμητρα” και “Sebastian” έδειξαν να έχουν υψηλές αποδόσεις.
Τριτικάλε:Οι ποικιλίες τριτικάλε ενδείκνυνται σε όξινα εδάφη ενώ η ποικιλία Βρυτώ έχει ικανοποιητικές τιμές στην Σαμοθράκη (περιοχή Αλώνια).
Β. ΠΟΙΟΤΗΤΑ:
Σκληρό σιτάρι: Οι ποικιλίες σκληρού σιταριού που μελετήθηκαν ποιοτικά παρουσίασαν διαφορετικά χαρακτηριστικά στις 2 περιοχές όσο αφορά το πρωτεϊνικό περιεχόμενο, το δείκτη γλουτένης και το υαλώδες. Στην περιοχή Ελαφοχωρίου, οι ποικιλίες εμφάνισαν υψηλότερο υαλώδες και πρωτεϊνικό περιεχόμενο, ενώ μειονεκτούν ως προς το δείκτη γλουτένης. Το εκατολιτρικό βάρος και το βάρος χιλίων κόκκων εμφάνισε υψηλές τιμές σε όλες τις ποικιλίες και στις δυο περιοχές και μεγαλύτερες από το ισχύον κοινοτικό όριο των 78 Κg/hL. Η υψηλή περιεκτικότητα σε β-καροτένια είναι χαρακτηριστικό που διάκρινε το σύνολο των ποικιλιών.H ποικιλία Cosmodur παρουσίασε σταθερά ποιοτικά χαρακτηριστικά και στις δύο περιοχές, όπως φαίνεται από το κριτήριο ποιότητας ΙΣd που την κατατάσσει στην ΤΟΡ κατηγορία. Από την άλλη πλευρά, η ποικιλία Σέλας παρουσίασε την μεγαλύτερη περιβαλλοντική εξάρτηση με τη υπεροχή της στη περιοχή του Ελαφοχωρίου. Οι υπόλοιπες ποικιλίες παρουσίασαν καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά στην περιοχή του Δωρικού με εξαίρεση το υαλώδες, το οποίο έπαιξε το καθοριστικό ρόλο στην κατάταξη των ποικιλιών στις διάφορες κατηγορίες.Συνοψίζοντας μπορεί να ειπωθεί, ότι η επίδραση του περιβάλλοντος ήταν καθοριστική για τη ποιότητα των ποικιλιών και την κατάταξη των περισσότερων ποικιλιών στην Α κατηγορία.
Μαλακό σιτάρι:Η επίδραση της περιοχής στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ποικιλιών μαλακού σιταριού φαίνεται να είναι επίσης καθοριστική, όπως και στο σκληρό σιτάρι. Οι υπό μελέτη ποικιλίες εμφάνισαν υψηλό πρωτεϊνικό περιεχόμενο και υψηλή τιμή καθίζησης στην περιοχή Τυχερού, σε αντίθεση με την χαμηλή ποιότητα, όπως παρατηρείται από τις τιμές του δείκτη γλουτένης και των παραμέτρων της εξτενσιογραφίας, επακόλουθο του υψηλού ποσοστού των Pentatomidae.Όσο αφορά τα φυσικά χαρακτηριστικά, δηλαδή το βάρος χιλίων κόκκων και το εκατολιτρικό βάρος, οι τιμές που έχουν όλες οι ποικιλίες είναι υψηλότερες από την χαμηλότερη τιμή της παρέμβασης και για τις δύο περιοχές, με υπεροχή των τιμών της περιοχής Φυλακίου.Ως προς τις ενζυμικές δράσεις, οι ποικιλίες χαρακτηρίζονται από τον υψηλό δείκτη Hagberg (χρόνος πτώσεως) όπως συνήθως παρατηρείται στον ελλαδικό χώρο, λόγω του ξηροθερμικού κλίματος της χώρας μας.Σύμφωνα με το κριτήριο ποιότητας, οι ποικιλίες κατά το μεγαλύτερο ποσοστό κατατάσσονται στη μέση κατηγορία, όπως παρατηρείται εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα.
Κριθάρι:Στις ποικιλίες κριθαριού η επίδραση της περιοχής έδειξε να είναι καθοριστική μόνο στην περιεκτικότητα % σε πρωτεΐνη. Οι ποικιλίες που εξετάσθηκαν έδειξαν ικανοποιητικές τιμές στο εκατολιτρικό βάρος, μεγάλο πάχος κόκκου (στο κόσκινο≥2,5 mm) και χαμηλή περιεκτικότητα σε πρωτεϊνικό περιεχόμενο. Οι ποικιλίες “Vanessa”, “Ανδρομέδα” και “Κως”, έδειξαν να έχουν προϋποθέσεις για ζυθοποιητική χρήση εφόσον έχουν χαμηλή πρωτεΐνη και μεγάλο πάχος κόκκου. Η περιοχή του Έβρου δείχνει να ενδείκνυται για ποικιλίες κατάλληλες για ζυθοποιία, αλλά χρειάζεται να γίνει παράταση του προγράμματος για να τεκμηριωθεί αυτή η άποψη.
Τριτικάλε:Η επίδραση της περιοχής στα υπό μελέτη ποιοτικά χαρακτηριστικά ήταν καθοριστική στην περιοχή των Αλωνιών, όπου παρατηρήθηκαν χαμηλές τιμές πρωτεϊνικού περιεχομένου και εκατολιτρικού βάρους και για τις δυο ποικιλίες. Η ποικιλία Βροντή εμφάνισε τις υψηλότερες τιμές πρωτεϊνικού περιεχομένου και εκατολιτρικού βάρους, εκτός από την περιοχή Πυλαία.Συνοψίζοντας, μπορεί να ειπωθεί ότι η επίδραση της περιοχής Αλώνια, ήταν δυσμενής για τις ποικιλίες ιδιαίτερα για την ποικιλία Βρυτώ.
Γ. ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
Δ.Δ. Φυλακίου:Στις περισσότερες ποικιλίες του μαλακού σιταριού η προσβολή από ωίδιο (Erysiphe graminis) ήταν στα ίδια επίπεδα, ενώ οι ποικιλίες Γκόγκας 2, Ορφέας και Νέστος είχαν χαμηλή προσβολή.Οι ποικιλίες Αχελώος και Ελισάβετ, ήταν οι μοναδικές ποικιλίες που παρουσίασαν προσβολή από το μύκητα Stagonospora nodorum.Τέλος, η ποικιλία Μελία εμφάνισε χαμηλή προσβολή του μύκητα Fusarium graminearum.
Δ.Δ. Ελαφοχωρίου:Οι ποικιλίες σκληρού σιταριού Σέλας και Σϊφνος παρουσίασαν συμπτώματα από το μύκητα Cephalosporium gramineum, ενώ η ποικιλία Cosmodur παρουσίασε συμπτώματα προσβολής από το μύκητα Fusarium graminearum.
Δ.Δ. Πυλαίας:Η ποικιλία τριτικάλε Βροντή παρουσίασε χαμηλή προσβολή από το μύκητα Rhizoctonia cerealis, αλλά η προσβολή περιορίστηκε στο σημείο όπου ο πειραματικός αγρός νεροκρατούσε
Δ.Δ. Τυχερού:Το πειραματικό μαλακού σιταριού παρουσίασε την υψηλότερη προσβολή από το μύκητα Erysiphe graminis. Τα υψηλότερα επίπεδα προσβολής εμφανίστηκαν στις ποικιλίες Ορφέας και Αχέρων. Η χαμηλότερη προσβολή εμφάνισαν οι ποικιλίες Centauro,Ελισάβετ και Αχελώος.Οι ποικιλίες Γκόγκας 2 και Μελία παρουσίασαν τα υψηλότερα επίπεδα προσβολής, από το μύκητα Stagonospora nodorum, χαμηλότερη προσβολή εμφάνισαν οι ποικιλίες Ορφέας, Ελισάβετ και Αχελώος, ενώ οι υπόλοιπες δε παρουσίασαν καθόλου συμπτώματα από το μύκητα.Τέλος, η ποικιλίές Μελία και Γκόγκας 2 εμφάνισαν χαμηλή προσβολή από το μύκητα Fusarium graminearum.
Δ.Δ. Δωρικού:Όλες οι ποικιλίες σκληρού σιταριού δεν παρουσίασαν καθόλου συμπτώματα από το μύκητα Erysiphe graminis, ενώ χαμηλή προσβολή από το μύκητα Fusarium graminearum εμφανίστηκε στην ποικιλία Παπαδάκης
Δ.Δ. Πυλαίας:Όλες οι ποικιλίες κριθαριού παρουσίασαν συμπτώματα του μύκητα Cochliobolus sativus (spot blotch), εκτός των ποικιλιών Sebastian και Mucho. Τα υψηλότερα ποσοστά προσβολής εμφανίστηκαν στις ποικιλίες Δήμητρα και Ανδρομέδα.
Τρεις ποικιλίες κριθαριού παρουσίασαν προσβολή από το μύκητα Pyrenophora teres (net blotch), με υψηλότερη αυτή της ποικιλίας Δήμητρα, Mucho και Ανδρομέδα.
Η ποικιλία Κως ήταν η μοναδική που εμφάνισε χαμηλή προσβολή από το μύκητα Ustilago nuda Τέλος, η ποικιλία Δήμητρα παρουσίασε συμπτώματα προσβολής από το μύκητα Blumeria graminis (ωίδιο).
Δ. ΖΙΖΑΝΙΑ
Κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2007/08 και 2008/09 έγινε επισήμανση και καταγραφή των επικρατούντων ζιζανίων στα πειραματικά αγροτεμάχια των χειμερινών σιτηρών. Μεταξύ των υπαρχόντων ζιζανίων τα παρακάτω είδη καταγράφηκαν ως τα πιο επικρατούντα:


7. Πρόγραμμα: “Έρευνα επίδρασης της κάλυψης της καλλιέργειας κερασιάς με πλαστικά φύλλα για την προστασία των καρπών από το σχίσιμο και μελέτη των τυχόν παρενεργειών στην αύξηση, ανάπτυξη, απόδοση των δένδρων , ποιότητα των καρπών και στην ευπάθεια στους σημαντικότερους εχθρούς και ασθένειες”.
Επιστημονικός Υπεύθυνος του έργου: Δρ. Θ. Σωτηρόπουλος (ΙΦΔ Νάουσας)
Ερευνητική ομάδα: Καθ. Ι. Θεριός, Δρ. Ειρ. Καραγιάννη, Καθ. Μ. Κουκουρίκου – Πετρίδου, Δρ. Δημ. Αλμαλιώτης (ΙΕΘ), Δρ. Θ. Θωμίδης, Δρ. Σπ. Κωτσόπουλος, Δρ. Δημ. Καλφούντζος, Δρ. Ι. Αλεξίου, Δρ. Ι. Παπαδάκης, Μ. Παππά, Χρ. Παπαβασιλείου, Όλγα Καλτσά
Έναρξη – Λήξη: 2009 – 2011
Σκοπός: Η μελέτη της επίδρασης της κάλυψης της καλλιέργειας της κερασιάς με πλαστικά φύλλα για την προστασία των καρπών από το σχίσιμο λόγω των άκαιρων βροχοπτώσεων και η διερεύνηση των επιπτώσεων πάνω στην παραγωγή
Αποτελέσματα : Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στο μικροκλίμα του οπωρώνα που να επηρεάζουν την αύξηση και ανάπτυξη των δένδρων. Δεν παρατηρήθηκαν αρνητικές επιδράσεις στο μέγεθος των φύλλων, στη συγκέντρωση χλωροφύλλης τους, και στο μέγεθος των καρπών.
Στον πρώτο πειραματικό, η κάλυψη του οπωρώνα συνετέλεσε σε αύξηση της συνεκτικότητας των καρπών των ποικιλιών Early Lory, Ferovia και Van. Η περιεκτικότητα των καρπών σε διαλυτά στερεά όλων των ποικιλιών δεν επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της κάλυψης. Η περιεκτικότητα των καρπών σε βιταμίνη C της ποικιλίας Early Lory δεν επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της κάλυψης, στις ποικιλίες Ferovia και Van βρέθηκε αύξηση της περιεκτικότητας των καρπών σε βιταμίνη C στο σκεπασμένο τμήμα, ενώ στην ποικιλία Early Star παρατηρήθηκε μείωση. Η οξύτητα των καρπών της ποικιλίας Early Star δεν επηρεάστηκε λόγω της κάλυψης, ενώ στις υπόλοιπες ποικιλίες μετρήθηκε αύξηση της οξύτητας των καρπών. Η αντιοξειδωτική ικανότητα των καρπών και η περιεκτικότητα τους σε φαινόλες αυξήθηκε στα υπό κάλυψη δένδρα των ποικιλιών Early Star, Ferovia και Van.
Στον δεύτερο πειραματικό, η κάλυψη του οπωρώνα συνετέλεσε σε αύξηση της συνεκτικότητας των καρπών των ποικιλιών Michel Noir και Lapins. Όμως, η συνεκτικότητα της σάρκας των καρπών των υπόλοιπων ποικιλιών δεν επηρεάστηκε σημαντικά. Η περιεκτικότητα των καρπών σε διαλυτά στερεά όλων των ποικιλιών δεν επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της κάλυψης. Η περιεκτικότητα των καρπών σε βιταμίνη C της ποικιλίας Hardy Giant δεν επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της κάλυψης, στις ποικιλίες Adriana και Germersdorfer βρέθηκε αύξηση της περιεκτικότητας των καρπών σε βιταμίνη C στο σκεπασμένο τμήμα, ενώ στις ποικιλίες Michel Noir και Lapins παρατηρήθηκε μείωση. Το pH του χυμού των ποικιλιών Adriana, Hardy Giant και Michel Noir δεν επηρεάστηκε λόγω της κάλυψης, ενώ στις ποικιλίες Germersdorfer και Lapins παρατηρήθηκε μείωση του pH. Η οξύτητα των καρπών της ποικιλίας Adriana δεν επηρεάστηκε λόγω της κάλυψης, ενώ στις υπόλοιπες ποικιλίες μετρήθηκε αύξηση της οξύτητας των καρπών. Η αντιοξειδωτική ικανότητα των καρπών και η περιεκτικότητα τους σε φαινόλες αυξήθηκε στα υπό κάλυψη δένδρα της ποικιλίας Adriana ενώ στις υπόλοιπες ποικιλίες δεν επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της κάλυψης.
Στον πρώτο πειραματικό, στις πρώιμες ποικιλίες Early Lory και Early Star δεν παρατηρήθηκε σχίσιμο των καρπών καθώς δεν σημειώθηκαν βροχοπτώσεις την περίοδο της ωρίμανσης. Την επόμενη περίοδο που σημειώθηκαν βροχοπτώσεις, στην ποικιλία Van, στο ακάλυπτο τμήμα του οπωρώνα το ποσοστό σχισίματος ήταν 9% ενώ στο σκεπασμένο 0%. Στην ποικιλία Ferovia, στο ακάλυπτο τμήμα του οπωρώνα το ποσοστό σχισίματος ήταν 22% ενώ στο σκεπασμένο 6%. Στον δεύτερο πειραματικό, στην ποικιλία Adriana δεν παρατηρήθηκε σχίσιμο των καρπών στο ακάλυπτο και στο καλυμμένο τμήμα παρόλο που σημειώθηκαν βροχοπτώσεις. Η ποικιλία Adriana έδειξε μεγάλη αντοχή στο σχίσιμο. Στην ποικιλία Hardy Giant, στο ακάλυπτο τμήμα του οπωρώνα το ποσοστό σχισίματος ήταν 16% ενώ στο σκεπασμένο 4%. Στην ποικιλία Michel Noir, στο ακάλυπτο τμήμα του οπωρώνα το ποσοστό σχισίματος ήταν 18% ενώ στο σκεπασμένο 0%. Τέλος, στην ποικιλία Germersdorfer, στο ακάλυπτο τμήμα του οπωρώνα το ποσοστό σχισίματος ήταν 14% ενώ στο σκεπασμένο 9%. Γενικά, η επίδραση των πλαστικών φύλλων στο σχίσιμο των καρπών υπήρξε θετική καθώς αυξήθηκε σημαντικά η ποσότητα των καρπών που προορίζονταν για εμπορία και μειώθηκαν οι απώλειες.
Οι καρποί των ποικιλιών Lapins και Germersdofrer που συγκομίστηκαν από το καλυμμένο τμήμα του οπωρώνα συντηρήθηκαν σε καλύτερο βαθμό σε σχέση με αυτούς από το ακάλυπτο τμήμα και σημειώθηκαν μικρότερες μετασυλλεκτικές απώλειες. Η κάλυψη δεν επέφερε καμία αρνητική επίπτωση σε παράμετρο ποιότητας της ποικιλίας Adriana, σύμφωνα τουλάχιστο με τις μετρήσεις που διεξήχθησαν. Αντίθετα, η μειωμένη απώλεια βάρους αποτελεί σημαντική θετική επίδραση της κάλυψης.
Στους δύο πειραματικούς, η κάλυψη του οπωρώνα δεν επηρέασε αρνητικά τη συγκέντρωση των θρεπτικών στοιχείων στα φύλλα.
Mε βάση τα αποτελέσματα του πρώτου έτους, φαίνεται ότι υπάρχει άμεσος συσχετισμός του ποσοστού των καρπών με συμπτώματα σήψης με το σχίσιμο των καρπών. Έτσι, η κάλυψη των δένδρων με το αντιβροχικό σύστημα μείωσε το ποσοστό των καρπών με συμπτώματα σήψης. Οι διάφορες ποικιλίες φαίνεται να παρουσιάζουν διαφορετικό βαθμό ευπάθειας στις σήψεις των καρπών. Μύκητες του γένους Monilinia αποτελούν τα κύρια παθογόνα που προκαλούν σήψεις στα κεράσια. Σημαντικά προβλήματα φαίνεται να προκαλούν και μύκητες του γένους Botrytis. Αντίθετα, παρόλο που μύκητες του γένους Alternaria, Cladosporium και Rhizopus βρέθηκε να προκαλούν σήψεις στα κεράσια, το ποσοστό των ζημιών που προκάλεσαν ήταν σχετικά μικρό. Δεν βρέθηκαν καθόλου προσβολές από την ασθένεια του Βακτηριακού Έλκους. Πιθανόν να οφείλεται στην έλλειψη μολύσματος (σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζονται οι ιδιοκτήτες των εμπορικών οπωρώνων, δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα της ασθένειας τα προηγούμενα χρόνια), ή/και στις μη ευνοϊκές καιρικές συνθήκες. Δεν βρέθηκαν καθόλου προσβολές από την ασθένεια της Κυλινδροσπορίωσης. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στο πρόγραμμα ψεκασμών που εφάρμοσαν οι παραγωγοί. Τέλος, βρέθηκε ότι το ποσοστό προσβολής των δένδρων από τις ασθένειες του Κορύνεου και της Αλτερνάριας ήταν μεγαλύτερο στα σκεπασμένα δένδρα.
Συμπερασματικά, κατά τον πρώτο χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, δεν υπήρχαν συλλήψεις ενήλικων του C. cossus, R. cerasi (μόνο στις 26/5 με πολύ χαμηλό πληθυσμό), Z. pyrina και Μ. cerasi, ούτε βρέθηκαν ζημιές στους καρπούς και στις κορυφές των δένδρων. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στο πρόγραμμα ψεκασμών που εφάρμοσαν οι παραγωγοί, καθώς επίσης και στις καιρικές συνθήκες που πιθανόν να μην ήταν πολύ ευνοϊκές για την ανάπτυξη τους.
Η επίδραση του γενοτύπου (ποικιλίας) ήταν πολύ σημαντική σε πολλές περιπτώσεις, καθώς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ποικιλιών δεν επηρεάστηκαν με τον ίδιο τρόπο λόγω της κάλυψης. Πάντως, δεν παρατηρήθηκαν αρνητικές επιδράσεις λόγω της κάλυψης και σε συνδυασμό με τα χαμηλά ποσοστά σχισίματος, τα αποτελέσματα της κάλυψης κατά το τρέχον έτος κρίνονται ικανοποιητικά.


Πειραματικός οπωρώνας κερασιάς υπό κάλυψη στην περιοχή Επισκοπής Νάουσας.

8. Πρόγραμμα: “Διεξαγωγή εργαστηριακών αναλύσεων δειγμάτων εδαφών από τις αποκατεστημένες εκτάσεις του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας της ΔΕΗ”.
Επιστημονικός υπεύθυνος του έργου: Δρ. Αρ. Παπαδόπουλος, Φρ. Παπαδόπουλος
Ερευνητική ομάδα: Δρ. Δ. Αλμαλιώτης, Δρ. Η. Παρούσης, Ν. Γκαντίδης
Έναρξη – Λήξη: 2008-2010
Σκοπός του προγράμματος ήταν η αξιοποίηση των εδαφών που χρησιμοποίησε η ΔΕΗ για την εξαγωγή λιγνίτη και στη συνέχεια τα αποκατέστησε για γεωργική χρήση με τελικό σκοπό να τα επαναποδόσει σε αγρότες. Τα εδάφη αυτά ανήκαν, πριν τη απαλλοτρίωσή τους από τη ΔΕΗ, σε δημοτικά διαμερίσματα κυρίως του νομού Κοζάνης ως εξής: Αγ. Χριστοφόρου, Καρυοχωρίου, Ποντοκόμης, Κόμανου, Σπηλιάς, Πτελεώνα, Καρδίας, Χαραυγής, Ερμακιάς, Εξοχής, Ακρινής, Πρoαστίου, Γαλάτειας, Αναργύρων και Περδίκκα, τα οποία ανήκουν στους Δήμους Πτολεμαΐδας, Αγίας Παρασκευής και Δημητρίου Υψηλάντη.
Τα βασικά συμπεράσματα, που προέκυψαν από τις εδαφολογικές αναλύσεις, συνοψίζονται στα εξής:
1. Τα υπό εξέταση δείγματα, ενώ μακροσκοπικά δίνουν την αίσθηση του «εδάφους», αποτελούμενα από χαλαρό υλικό, στο οποίο μπορούν και αναπτύσσονται φυτά, στην πραγματικότητα δεν αποτελούν έδαφος, με την αυστηρή εδαφολογική έννοια. Πράγματι στα υλικά αυτά (μητρικό υλικό) δεν έχει επιδράσει ο παράγοντας της εδαφογένεσης (χρόνος), μέσω των κλιματικών επιδράσεων (κλίμα), της βλάστησης και του τοπογραφικού ανάγλυφου. Πρόκειται δηλαδή για πρόσφατες τεχνητές αποθέσεις χαλαρού μητρικού υλικού.
2. Το γεγονός αυτό, της μη προέλευσης των συγκεκριμένων «εδαφών» από την δράση των γνωστών πέντε παραγόντων της εδαφογένεσης, ενώ δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό για την γεωργική εκμετάλλευσή τους, προσδίδει σε αυτά μια σειρά από επιστημονικά ενδιαφέρουσες εδαφοχημικές ιδιότητες, που δεν ισχύουν στα συνήθη γεωργικά εδάφη.
3. Όσον αφορά τις συγκεντρώσεις τους σε βαρέα μέταλλα, προκύπτει το συμπέρασμα ότι στην πλειοψηφία τους τα εδάφη των επτά αποθέσεων της ΔΕΗ, δεν διαφέρουν από τα υπόλοιπα γεωργικά εδάφη του Ν. Κοζάνης, όπως αυτά μελετήθηκαν πρόσφατα (2005-2007) από το Ινστιτούτο Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης του ΕΘΙΑΓΕ.

9. Πολυετή προγράμματα διενέργειας αναλύσεων δειγμάτων εδαφών, φύλλων, νερού και παροχή οδηγιών για εφαρμογή ορθολογικής λίπανσης σε Αγροτικούς Συνεταιρισμούς της Βόρειας Ελλάδας.
Επιστημονικός Υπεύθυνος: Δρ. Δημ. Αλμαλιώτης, Δρ. Αρ. Παπαδόπουλος (ΙΕΘ).
Αντικείμενο: Πολυετή συνεχιζόμενα προγράμματα διενέργειας αναλύσεων δειγμάτων εδαφών, φύλλων ή νερού άρδευσης σε καλλιέργειες Αγροτικών Συνεταιρισμών, Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών, Εταιρειών κ.α..
Γίνεται χαρακτηρισμός των αποτελεσμάτων ανάλυσης και συμβουλευτική λίπανση των καλλιεργειών με σκοπό την παραγωγή γεωργικών προϊόντων υψηλής ποιότητας με το σύστημα της ολοκληρωμένης διαχείρισης ή της ορθής γεωργικής πρακτικής. Αφορούν τους παρακάτω κυρίως αγροτικούς φορείς:
1. ΓΕΟΚ- ΟΠ- ΕΓΑ Καστοριάς
2. Α.Σ. Πύργων Βερμίου Κοζάνης
3. ΑΣΕΠΟΠ Βελβεντού Ν. Κοζάνης
4. Α.Σ. Βελβεντού Ν. Κοζάνης «Η ΔΗΜΗΤΡΑ»
5. Α.Σ. Μηλοχωρίου Ν. Κοζάνης
6. Α.Σ. Κάτω Αγιάννη
7. Α.Σ. «ΆΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ» Ν. Πιερίας
8. Α.Σ. Πέτρας Πιερίας
9. Α.Σ. Παραγωγών και Λοιπών Φρούτων Λόφου Ν. Πιερίας "Ο ΛΟΦΟΣ"
10. ΑΣΕΠΟΠ Νάουσας Ν. Ημαθίας
11. Α.Σ. Δροσερού Ν. Πέλλας
12. Α.Σ. Π. Μυλοτόπου Ν. Πέλλας
13. Α.Σ. Προφήτη Ηλία Ν. Πέλλας
14. Α.Σ. Μανδάλου Ν. Πέλλας
15. Α.Σ. Άρνισσας-Καϊμακτσαλάν Ν. Πέλλας
16. Ε.Α.Σ. Έδεσσας-Σκύδρας του Ν. Πέλλας
17. Ε.Α.Σ. Πολυγύρου Ν. Χαλκιδικής
18. Ένωση Δασικών και Γεωργικών Συνεταιρισμών Αρναίας Χαλκιδικής
19. Ε.Α.Σ. Έβρου
20. Α.Σ. Ζαγοράς Πηλίου
21. Εταιρείας «ΑΓΡΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Ο.Ε.»
22. SULPHUR ΕΛΛΑΣ
23. ΣΠΟΡΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΪΟΝΙΡ ΧΑΪ – ΜΠΡΕΝΤ ΕΛΛΑΣ
















Αρχική
Ινστιτούτο
Έρευνα
Πεπραγμένα
Βιβλία-Δημοσιεύσεις
Χημείο
Οδηγίες δειγματοληψίας εδάφους-φύλλων
Πορεία δείγματος
Προκηρύξεις
Νέα-Ειδήσεις
Σύνδεσμοι
Επικοινωνήστε μαζί μας